προσφατες αναρτησεις

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της .

      .

           Κάθε μνημόσυνο , κάθε ἀνάμνηση , κάθε προσευχή , κάθε τρισάγιο , κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ' αὐτούς τούς σπόρους πού ὑπάρχουν μέσα στή γῆ , στούς κήπους , στά περιβόλια τῶν κοιμητηρίων . Ἡ Ἐκκλησία μας φυτεύει κάθε σῶμα μέ ἱερά αἰσθήματα , ὄχι μόνο ἀνθρώπινα , ἀλλά κατ' ἐξοχήν πνευματικά καί ἐκεῖ ἐναποθέτει ὅλη της τήν πίστη καί ὅλη μας τήν ἐλπίδα στήν αἰωνιότητα καί στήν ἀνάσταση κατεβάζοντας τόν κάθε σπόρο , τό κάθε σῶμα , μέσα στά σπλάγχνα τῆς γῆς . Ἄν τά καίγαμε τά σποράκια , ὅσο νερό καί νά ρίχναμε ἀπό πάνω ποτέ δέν θά βλάσταινε .
       Γιά τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι πτώματα τά νεκρά σώματα . Οὔτε εἶναι κόκκαλα τά ἀπομεινάρια τῶν λειωμένων πτωμάτων . Γιά τήν κοινωνία μπορεῖ νά εἶναι κάτι τετοιο ἤ νά εἶναι ὀστᾶ . Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή περιγράφει τήν οὐσία τους , διότι αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της .
       Ἡ Ἐκκλησία , λοιπόν , ἀρνεῖται τήν καύση , γιατί ἀρνεῖται τό ἀνθρώπινο τέλος καί τή βία πάνω στόν ἄνθρωπο . Ἐπιλέγει τήν ταφή , γιατί ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναθέτει στή φύση τήν εὐθύνη τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου .
       Ὁ σύγχρονος κόσμος θέλει νά κάψει τούς νεκρούς . Τούς λειπει τό αἰώνιο , τό θεϊκό , ἡ τιμή τοῦ ὑλικοῦ , τό ἐπέκεινα , τό μετά ταῦτα .
Ἀρνεῖται τουλάχιστον να σκεφθεῖ τή ζωή πού ὑπάρχει χωρίς ὅμως νά φαίνεται . Οὔτε στά σπλάγχνα ὡς ἔμβρυο τήν δέχεται , οὔτε στόν τάφο ὡς λείψανο , οὔτε στήν σκέψη ὡς αἰώνιο πρόσωπο , οὔτε στόν πόθο ὡς ὑπέρτατη ἀξία , οὔτε στήν ψυχή ὡς χάρη θεώσεως . Τά δεσμά τοῦ ἐδῶ καί τώρα σπάζουν μόνο κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς αἰώνιας ἀλήθειας .
Καῖμε ὅ,τι ἔχει ἀξία , ὀμορφιά καί ζωή . Ὅ,τι ἔχει χρόνο μέσα του καί διάρκεια . Καῖμε τά δάση , καῖμε τίς περιουσίες μας , καῖμε τίς αἰώνιες ἀξίες μέ τούς νόμους , καῖμε τίς παραδόσεις μας (ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας , νομιμοποίηση τῶν ἀμβλώσεων κ.λπ.) . Τώρα θέλουμε νά καῖμε καί τά σώματά μας . Ὅταν κάψουμε τήν ὑπόμνηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς καί τοῦ θανάτου μας , θά ἔχουμε προσδώσει στό τοπίο τῆς ζωῆς μας τήν εἰκόνα πού ἀντικρύζουμε μπροστά σέ ἕνα καμμένο δάσος . Ἡ Ἐκκλησία δυσκολεύεται νά ἐνταχθεῖ σέ μιά τέτοια λογική .
Πνεύμονες τῆς ζωῆς εἶναι τά δάση . Πνεύμονες τῆς ψυχῆς εἶναι τά λείψανα . 

       Στά μοναστήρια μποροῦμε νά συναντήσουμε τήν πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως . Τά κεντρικά τους σημεῖα , ἐκεῖ πού διαφυλάσσεται ὁ πνευματικός θησαυρός τους εἶναι τό ἱερό θυσιαστήριο , οἱ λειψανοθῆκες καί τό ὀστεοφυλάκιο . Στό πρῶτο ἐπιτελεῖται τό μυστήριο - προσφέρεται ὁ Θεός - ἀπό τό δεύτερο προχέεται ἡ χάρις τῶν ἁγίων - προβάλλει ἡ Ἐκκλησία - καί τό τρίτο ἀποτελεῖ τό Πανεπιστήμιο τῆς ἐν Χριστῷ φιλοσoφίας , τό ἐργαστήριο τῆς μνήμης τοῦ θανάτου - ἀναδύει τό πρόσωπο . Καί τά τρία ἔχουν λείψανα . Καί τά τρία δέν θά ὑπῆρχαν , ἄν ἡ Ἐκκλησία υἱοθετοῦσε τήν καύση τῶν νεκρῶν της . Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἀπορρίψει τήν παράδοσή της , δέν μπορεῖ νά προδώσει τήν ἐμπειρία καί τήν πίστη της· ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά κάψει τά σπλάγχνα καί νά ἀρνηθεῖ τόν ἑαυτό της .