προσφατες αναρτησεις

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων - Οι ιστορικές επιστολές

Η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων - Οι ιστορικές επιστολές

Στις αρχές Ιανουαρίου 1913 ανεχώρησε ο Διάδοχος του Ελληνικού θρόνου Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος από τη Θεσσαλονίκη κατευθυνόμενος στην Ήπειρο. Το πρωί της 6ης Ιανουαρίου μετέβη στην Πρέβεζα για τον συντονισμό του ηπειρωτικού μετώπου, που στόχο είχε την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. 

Την ίδια μέρα που έφθασε στην Πρέβεζα εξέδωσε την κάτωθι διαταγή:

«Αντιστράτηγον Σαπουντζάκη
Διαταγή Στρατιάς
Αναλαβών την Διοίκησιν της Στρατιάς και μη επιθυμών να διακόψω την κατά την απουσίαν μου αρξαμένην επιχείρησιν κατά της θέσεως Μπιζάνι και προς Β. και Δ. αυτού τοιούτων, διατάσσω την εξακολούθησιν.
Αύριον θα παραστώ αυτοπροσώπως επί του πεδίου της μάχης, το τοιούτον να ανακοινωθή πάραυτα εις τα υφ΄ υμάς στρατεύματα.
Κωνσταντίνος Διάδοχος.»

  
Την 17η  Ιανουαρίου 1913 ο Διάδοχος Κωνσταντίνος απέστειλε προς τον Αρχηγό των τουρκικών στρατευμάτων την κάτωθι γενναιόφρονα επιστολή:

«Προς της Α. Εξοχότητα τον Εσσάτ Πασσάν, Διοικητήν του Τουρκικού Στρατού Ιωαννίνων.
Εξοχώτατε!
Επιθυμώ, όπως, εν ονόματι της ανθρωπότητος και του πολιτισμού, αποφύγω, προς της αποφασιστικής εφόδου την χύσιν αίματος τόσων γενναίων στρατιωτών, και απαλλάξω συγχρόνως την πόλιν των Ιωαννίνων των καταστροφικών αίτινες επακολουθούσι κατόπιν μιας μάχης προ των θυρών της πόλεως, απευθύνομαι προς την Υμετέραν Εξοχότητα.
Έλαβον τα απαιτούμενα μέτρα διά την άλωσιν των Ιωαννίνων και ο στρατός μου της Κορυτσάς αφαιρεί πάσαν ελπίδα από του υμετέρου στρατού να αποφύγη την τελικήν παράδοσιν της πόλεως.
Εξ΄ άλλου εγένετο βεβαίως γνωστόν εις την Υμετέραν Εξοχότητα ότι, άμα τη ενάρξει της συνδιασκέψεως του Λονδίνου, η Κυβέρνησίς σας παρητηθή του δικαιώματος επί πάντων των εδαφών των περιλαμβανομένων μεταξύ της Θράκης και της Αδριατικής Θαλάσσης. Η πόλις των Ιωαννίνων όθεν είναι χαμένη διά την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν. Συνέπεια τούτου δεν βλέπω πλέον λόγον να επιμείνητε εις την άμυνα των Ιωαννίνων. Εάν πρόκηται διά την τιμήν των στρατευμάτων, είμαι διατεθειμένος, εάν μοι παραδοθή η πόλις προς της ενάρξεως της αποφασιστικής εφόδου να επιτρέψω εις τα στρατεύματά σας να εξέλθωσιν αυτής μεθ΄ όλων των των όπλων και αφοδίων και μεταφερθώσιν εις το συμπεφωνημένον σημείον.
Συγχρόνως εγγυώμαι ότι η ζωή, η θρησκεία και η περιουσία των Μουσουλμάνων θα γίνωσι σεβασταί. Η ελπίς ότι, η συνομολόγησις της ειρήνης είναι προσεχής και ότι θα δυνηθήτε ούτως να κρατήσετε τα Ιωάννινα είναι μάταια. Κατόπιν πληροφοριών μου αι διαπραγματεύσεις της ειρήνης διεκόπησαν, και τα τελευταία επέλθοντα γεγονότα εν Κωνσταντινούπολει δεν επιτρέπουσι να πιστεύση τις εις μίαν προσεχή υπογραφήν της ειρήνης.
Παρά την ανδρείαν του στρατού της Υμετέρας εξοχότητος, ούτος είναι προωρισμένος αναποφεύκτως διά την καταστροφή ή την παράδοσιν.
Η απώλεια άλλως τε τω Ιωαννίνων δεν δύναται να ενοχοποιήση την Υμετέραν Εξοχότητα, αφού η Υμετέρα Κυβέρνησις έχει ήδη αποφασίσει οπωσδήποτε να την παραδώση. Έχω δε την δύναμιν, και την ακλόνητον θέλησιν να καταλάβω την πόλιν.
Εάν η Υμετέρα Εξοχότης αποδέχεται κατ΄ αρχήν τας προτάσεις μου, παρακαλείται να αποστείλη διά της μεγάλης οδού Ιωαννίνων προς τα προφυλακάς μας ένα ΑΞιωματικόν επιτετραμμένον όπως συνεννοηθή επι των λεπτομερειών της συμφωνίας. 
Δεχθήτε Εξοχώτατε την έκφρασιν της μεγάλης προς Υμάς εκτιμήσεώς μου.
Κωνσταντίνος Διάδοχος.»


Ο Εσσάτ Πασσάς, στρατιωτική προσωπικότητα με ευγένεια και φιλανθρωπία απέστειλε την εξής απάντηση:

«Προς την Α.Β. Υψηλότητα τον Πρίγκηπα Κωνσταντίνον, Δούκα της Σπάρτης, Αρχιστράτηγον του Ελληνικού Στρατού.
Υψηλότατε!
Έλαβον υπ΄ όψιν μου το περιεχόμενον της επιστολής, την οποίαν η Βασιλική σας Υψηλότης ευηρεστήθη να μου αποστείλη εν ονόματι της ανθρωπόπτητος και του πολιτισμού. 
Φέρω ευσεβάστως εις γνώσιν της Υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος ότι εναντίον των γενομένων αποπειρών υπό του γενναίου Σας στρατού έχω, χάρις εις τον Θεό, λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα διά να αμυνθώ της πόλεως Ιωαννίνων. Είμαι ευγνώμων εις την υμετέραν Βασιλική Υψηλότητα διά την πεποίθησιν ην έχει εις τον στρατόν μου, όστις θα κάμη το καθήκον του θυσιαζόμενος μέχρι του τελευταίου ανδρός, και αμυνόμενος μέχρι του τελευταίου φυσιγγίου, διά να υπερασπίση την στρατιωτικήν τιμήν και δόξαν του. Η ανθρωπότης και ο πολιτισμός δεν κατηγορώσιν ούτε εμέ, ούτε τον στρατόν μου διά το χυθέν αίμα, και δι΄ εκείνο όπερ θέλει χυθή ακόμη εις το μέλλον. Το δίκαιον και η δικαιοσύνη θα αποδόση την ευθύνην ταύτη εις εκείνους οίτινες ήσαν αιτία του πολέμου τούτου. 
Ευχαριστώ την Υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα διά τα ευγενή Της αισθήματα, έχω την τιμήν να Τη υποβάλω τα σέβη μου, και Την παρακαλώ όπως δεχθή την βεβαίωσιν της προς Αυτήν εκτιμήσεώς μου.
Εσσάτ Διοικητής Στρατού Ιωαννίνων.»


Μετά την παραπάνω απάντηση του αρχηγού των τουρκικών στρατευμάτων συνεχίστηκαν με πιο έντονο τρόπο οι προπαρασκευές για τη γενική κατά των Ιωαννίνων επίθεση. Ταυτόχρονα συνεχίζονταν οι αιματηρές συγκρούσεις νύχτα και μέρα. Το φρούριο των Ιωαννίνων αποτελούσε μεγάλο οχυρωμένο στρατόπεδο, περιμέτρου περίπου 80 χιλιομέτρων. Το σημαντικότερο και πολυπληθέστερο στρατιωτικό συγκρότημα προς της πόλης ήταν στο ύψωμα Μπιζάνι στο νότιο μέτωπο.

Επειδή η επισταμένη και λεπτομερής μελέτη της κατά του νοτίου και ανατολικού μετώπου επιθέσεως Μπιζανίου-Καστρίτσας κατέδειξε ότι η εκπόρθησή τους θα απαιτούσε μεγάλες θυσίες, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος αποφάσισε αιφνιδιαστική επίθεση κατά του δυτικού μετώπου, το οποίο ήταν επίσης ισχυρό, αλλά ασθενέστερα φυλασσόμενο. Την επιτυχία της αιφνιδιαστικής επίθεσης ενίσχυσε η εντύπωση που είχαν οι Τούρκοι ότι η επίθεση θα ενεργούνταν κατά του ανατολικού μετώπου.

Την 20η Φεβρουαρίου 2013 διατάχθηκε γενική επίθεση με την εξής ιστορική και αξιομνημόνευτη διαταγή:

«Προς τα τμήματα Στρατιάς και Β΄ Μεραρχίας.
Κοινοποιήσατε εις άπαντες, Αξιωματικούς, Υπαξιωματικούς και Στρατιώτες ότι από όλους μαζή και έκαστον ιδιαιτέρως, περιμένω να καταβάλωσι άπασαν την δύναμίν των διά να δόσωμεν εις την Ελλάδα μας την προ καιρού αναμενομένην νίκην. Το γενικό σύνθημα έστω: Εξόντωσις του εχθρού.
Κωνσταντίνος Διάδοχος.»



Τα ξημερώματα 20ης Φεβρουαρίου η Ελληνική πλευρά αναλαμβάνει πρωτοβουλία με ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των εχθρικών θέσεων. Τέσσερα Ελληνικά αεροπλάνα πραγματοποιούσαν πτήσεις πάνω από τα οχυρά συλλέγοντας πληροφορίες και ρίπτοντας χειροβομβίδες. Έρριπταν και τρόφιμα και εφημερίδες στα Ιωάννινα για τον Ελληνικό πληθυσμό. Το ανατολικό μέτωπο προέβη σε κινήσεις λήψης επαφής με τα εχθρικά χαρακώματα, αποκομίζοντας κάποιες επιτυχίες. Το δυτικό μέτωπο ήταν ο πρωταγωνιστής:



•Η 3η Φάλαγγα με αιφνιδιαστική επίθεση και ύστερα από σκληρή μάχη μέχρι τις απογευματινές ώρες κατέλαβε τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Κοσμηρά, Αγίου Νικολάου, Δουρούτι.

•Η 1η Φάλαγγα με μάχες εκ του συστάδην και με εφ’ όπλου λόγχην, κατέλαβε τα υψώματα Προφήτη Ηλία, Μεγάλης Ράχης.

•Η 2η Φάλαγγα είχε ως εμπροσθοφυλακή υπό τον αντ/ρχη Παπαδόπουλο Διον. το σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα πεζικού. Το σύνταγμα απαρτιζόταν από το 8ο τάγμα (ταγ/ρχης Ιατρίδης Γεώρ.) και το 9ο τάγμα (ταγ/ρχης Βελισσαρίου Ιωάν.). Έκαστο τάγμα είχε δύο διλοχίες. Έχοντας η 2η φάλαγγα εξασφαλισμένα και τα δύο πλευρά της, εκκίνησε από τη περιοχή Σπαρτίτσι, εισήλθε στα Στενά Μανολιάσας, ανέτρεψε τις αντιστάσεις στα αντερείσματα της εξόδου της στενωπού στους Μελιγγούς, και βγήκε στη λεκάνη τής Δωδώνης, όπου ανασυντάχθηκε. Το Τουρκικό μέτωπο από Μεγάλη Τσούκα μέχρι υψώματα Μανολιάσας είχε καταρρεύσει, οι Τούρκοι διαλυμένοι όδευαν προς Ιωάννινα. Γύρω στο μεσημέρι ο Παπαδόπουλος ενημέρωσε τον διοικητή τής Φάλαγγας (Γιαννακίτσα) επί της πορείας του, και ζήτησε την ταχύτερη προώθηση τής υπόλοιπης φάλαγγας, καθόσον η εμπροσθοφυλακή είχε προελάσει ταχέως και είχε πολύ απομακρυνθεί. Στις τρεις το απόγευμα ο Παπαδόπουλος, καθ’ οδόν προς Πεδινή, ζήτησε από τον διοικητή τής φάλαγγας οδηγίες για το αν θα προωθηθεί προς Ιωάννινα ή προς Σαδοβίτσα. Ενθαρρυμένος από την εξέλιξη των επιχειρήσεων, ανεκάλεσε την ευρισκόμενη στο ύψωμα Δουρούτι διλοχία του 9ου τάγματος Ευζώνων, και χωρίς να έχει λάβει απάντηση από τον φαλαγγάρχη οδήγησε την εμπροσθοφυλακή σε φάση καταδίωξης προς Πεδινή, στην οποίαν και εισήλθε στις πέντε το απόγευμα. Ο φαλαγγάρχης έστειλε στην Πεδινή αγγελιοφόρο με εντολή προς τον Παπαδόπουλο να μην κινηθούν πέραν. Τα δύο τάγματα ευζώνων προήλαυναν ήδη προς Ιωάννινα μέσω της εκεί τότε βαλτώδους περιοχής.


Ο Τούρκος αρχηγός Εσσάτ Πασσάς απέβαλε κάθε ελπίδα για περαιτέρω αντίσταση και παρακάλεσε τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν στα Ιωάννινα να μεσολαβήσουν για την παράδοση της πόλης στο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Εκείνοι αποδεχόμενοι την παράκληση απέστειλαν την κάτωθι επιστολή:


«Ιωάννινα 20/2/1913
Ώρα 9 εσπερινή.
Υψηλότατε!
Ημείς οι υπογεγραμμένοι Πρόξενοι υποβάλλομεν μετά σεβασμού εις την Υμετέραν Υψηλότητα τα εξής:
Ο Διοικητής των Αυτοκρατορικών στρατευμάτων εξοχώτατος Εσσάτ πασσάς, όπως αποφύγη την άσκοπον αιματοχυσίαν, μας επεφόρτισε να παρέμβωμεν και διευκολύνωμεν την παράδοσιν της πόλεως.
Παρακαλούμεν Υμάς ίνα διατάξητε και παύσωσιν αι εχθροπραξίαι. 
Ανάλογοι διαταγαί εδόθησαν και υπό του Εσσάτ Πασσά.
Οι υπογεγραμμένοι θα ήσαν ιδιαιτέρως ευγνώμονες εάν εγνώριζεν ημίν η Υψηλότης Σας διά Κηρύκων τας αποφάσεις της.
Οι Πρόξενοι Ρωσσίας Σοκοτίν, Αυστρίας Μπελίνσκυ, Αγγλίας Κυπριώτης, Γαλλίας Δυσσάτπ.»



Μια επιτροπή αποτελούμενη από το Λοχαγό Ρεούφ Βέη, ανηψιό του Εσσάτ, τον Ταλαάτ Βέη, υπασπιστή του, τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιο και τον αντιπρόσωπο των προξένων παρουσιάστηκε στον Διάδοχο και του παρέδωσε την επιστολή των προξένων της πόλης, την οποία ο Κωνσταντίνος έκανε αποδεκτή. Ταυτόχρονα έστειλε προς τους Προξένους την εξής απάντηση:

«Προς τους κ.κ. Προξένους των Μ. Δυνάμεων.
Ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος της Ελλάδος δηλοί, εις απάντησιν του εγγράφου Υμών ότι δέχεται την παράκλησιν του Εσσάτ Πασσά περί παραδόσεως των Ιωαννίνων και φρουρίων και θεωρεί παν στράτευμα τουρκικόν όπερ ευερισκόμενο προ ημετέρων δυνάμεων ήθελεν υψώσει λευκήν Σημαίαν, και παραδόσει τα όπλα ως αιχμάλωτον πολέμου. Ως προς την αναστολή των εχρθοπραξιών λυπείται διότι αδυνατεί να συμμορφωθή προς την εκφρασθείσαν επιθυμίαν καθόσον Σώματα στρατού διαταχθέντα από του Μεσονυκτίου να προελάσωσιν ευρίσκονται ήδη εις θέσεις, μετά των οποίων η άμεσος συνεννόησις είναι απολύτως δυσχερής.
Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, Διάδοχος της Ελλάδος.»


Οι απεσταλμένοι επέστρεψαν στα Ιωάννινα και επέδωσαν την απάντηση του Διαδόχου στον Εσσάτ Πασσάς ο οποίος διέταξε την παράδοση των τουρκικών στρατευμάτων και της πόλεως των Ιωαννίνων. 

Ο Διάδοχος μετά την αποχώρηση των αντιπροσώπων έστειλε τω κάτωθι τηλεγράφημα:

«Α.Μ. Βασιλέα, Θεσσαλονίκην.
Αλωθέντος υπό του Ελληνικού στρατού ολοκλήρου Δυτικού Μετώπου του φρουρίου Ιωαννίνων και κυκλωθείσης της γραμμής ερυμάτων Ιωαννίνων και της Καστρίτσης, ο Εσσάτ Πασσάς μοι εδήλωσεν ταύτην την στιγμήν ότι ο στρατός του παραδίδεται αιχμάλωτος πολέμου. Λεπτομερείας μεγάλης νίκης του ανδρείου στρατού μας τηλεγραφήσω προσεχώς.
Κωνσταντίνος Διάδοχος.»

Το δειλινό της 21ης Φεβρουαρίου οι απεσταλμένοι του Εσσάτ υπέγραψαν το πρωτόκολλον της παραδόσεως, που περιείχε τους εξής όρους:
1) Το φρούριο των Ιωαννίνων παραδίδεται στον Ελληνικό στρατό.
2) Τα στρατεύματα που βρίσκονται εντός του φρουρίου παραδίδονται ως αιχμάλωτα πολέμου
3) Όλο το πολεμικό υλικό, όπλα, σημαίες και άλογα παραδίδονται στα Ελληνικά στρατεύματα στην κατάσταση που βρίσκονται
4) Όλοι οι αξιωματικοί και στρατιώτες, οι πληγωμένοι και οι ασθενείς, υπάγονται στο νόμο του πολέμου.

Το πρωί της ιστορικής και αλησμόνητης 21ης Φεβρουαρίου επί του χιονοσκεπούς Μπιζανίου και των άλλων οχυρών, καθώς και εντός των Ιωαννίνων, κυμάτηζε πλήθος λευκών σημαιών, αναγγέλοντας έτσι την κατάπαυση των μαχών. Στις 9 το πρωί ιππικό σύνταγμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Πιερράκο-Μαυρομιχάλη κατέλαβε τα δημόσια κτίρια και ανέλαβε την περιφρούρηση του Εσσάτ Πασσά από τυχόν βιαιοπραγίες εναντίον του.


Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α΄ λαμβάνοντας το τηλεγράφημα του Διαδόχου Κωνσταντίνου για την απελευθέρωση της πόλης, με χαρά και ενθουσιασμό εδήλωσε:

«Έτσι πεφτουν τα Κάστρα, με το σπαθί του πολεμιστού και όχι με την πένναν του Διπλωμάτου.» Ενώ πρόσθεσε: «Τον Διάδοχο μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης τον επροβίβασα εις Στρατηόν, μετά την κατάληψιν δε των Ιωαννίνων, θα του παραχωρήσω και τον Θρόνο, διότι δικαιωματικώς του ανήκει.»

Ακολουθεί η επίσημη επιστολή του Βασιλέως Γεωργίου προς το Διάδοχο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων:

«Συγχαίρω εγκαρδίως καθώς και τον ανδρείον Στρατό διά την περίφανη νίκη. Η Πατρίς σας ευγνωμονεί, και θέλει διατηρήσει εσαεί την ανάμνησιν των ηρωικώς υπέρ αυτής πεσόντων, και αγωνισθέντων. Είμαι Υπερήφανος διά το απαράμμιλον κατόρθωμα, όπερ προσθέτει λαμπράν σελίδα εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους.
Γεώργιος»

Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος αυθημερόν απηύθυνε προς το Στράτευμα την εξής για τη μεγάλη νίκη διαταγή:

«Αξιωματικοί! Υπαξιωματικοί! και Στρατιώται!
Η Άλωσις του Φρουρίου των Ιωαννίνων προσέθεσε μίαν ακόμη περίλαμπρον νίκην εις τα ένδοξα κατορθώματά σας.
Αφού διεσχίσατε την Μακεδονίαν ολόκληρον και συνετρίψατε δύο εχθρικάς Στρατιάς, ηλώσατε εις επισφράγισιν των κατορθωμάτων τούτων και Φρούριον όπερ εθεωρείτο απόρθητον.
Αι μεγάλαι στερήσεις και αι κακουχίαι τας οποίας μετά τοσαύτης καρτερίας υπέσθητε αμιλλώνται προς την ανδρείαν σας.
Αι Σημαίαι σας εκαλύφθησαν με νέαν δόξαν. Ολόκληρον το Έθνος θαυμάζει το κατόρθωμά σας. Εγώ δε υπερήφανος διότι ηγούμαι τοιούτου Στρατού, εκφράζω την πλήρη ευαρέσκειάν μου.
Κωνσταντίνος Διάδοχος.»



                             





Μνημείο Μπιζανομάχων